Οταν στις 15 Ιανουαρίου 2021 ξεκινούσε το παρθενικό του ταξίδι αυτό εδώ το ιστολόγιο, υπήρχε ένας άνθρωπος ο οποίος αμέσως το αγκάλιασε, το στήριξε και προέβλεψε τις δυνατότητες που θα μπορούσε να έχει αυτή η προσπάθεια.

Υπήρξε ένας άνθρωπος που πίστεψε σε αυτήν τη προσπάθεια, χωρίς κανένα δισταγμό. Κι όχι μόνο πίστεψε, αλλά φρόντισε μέσα από το δικό του ιστολόγιο, να διαδοθεί το δικό μας, αναδημοσιεύοντας άρθρα μας που εκτοξεύτηκαν σε αναγνωσιμότητα.

Χάρη σε αυτόν τον άνθρωπο, το «κανένα ζόρι» έγινε αυτό που είναι τώρα. Ενα ιστολόγιο διαρκώς αναπτυσσόμενο, το οποίο έχει γνωρίσει την καταξίωση τόσο στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, όσο και στο εξωτερικό. Ενα ιστολόγιο του οποίου η αναγνωσιμότητα δεν πέφτει κάτω από τις 47.000 αναγνώσεις ημερησίως, σύμφωνα με ανεξάρτητη πηγή μέτρησης αναγνωσιμότητας.

Πολύ σύντομα, έγινε το «κόκκινο πανί» για την Google και την Alexa, που φρόντισαν να ρίξουν χαμηλά την ορατότητα και να μειώσουν με αλχημείες τα «επίσημα» ποσοστά αναγνωσιμότητας κατά 92-95%, νομίζοντας ότι έτσι θα μας απογοητεύσουν. Εν τάξει! Εννοείται πως οι ακριβοπληρωμένες από το Open Society Foundation του Soros «καθαρίστριες» του Μόσιαλου (βλ. «ελληνικά hoaxes»), έβαλαν το χεράκι τους σ’ αυτό.

Ωστόσο, χάρη στις προσπάθειες του αγαπητού μου φίλου «Διοδότου«, ο οποίος ήταν εκείνος που στήριξε από την αρχή αυτήν την προσπάθειά μας, το ιστολόγιό μας παραμένει στις υψηλές θέσεις αναγνωσιμότητας.

Φίλε μου Διόδοτε, κατά κόσμον Κώστα – Ταύρε,

ανήκουμε αδελφέ μου σ’ εκείνη την καταραμένη γενιά που δε γνώρισε τον πόλεμο, αλλά αναγκάστηκε να ζήσει με τ’ αποτελέσματά του! Ανήκουμε στη γενιά που δεν έζησε δικτατορία, αλλά μεγάλωσε μέσα σε μία χούντα που φορούσε το μανδύα της «δημοκρατίας». Ανήκουμε σ’ εκείνη τη γενιά που καταδικάστηκε από γεννησιμιού της να πάρει στις πλάτες της τη μοίρα αυτού του Εθνους.

Εμείς αδελφέ μου, δε γνωρίσαμε γενιά! Οι χαρές που μας βρήκαν, ήταν «σε μαύρο δάσος κεραυνός»! Ετούτες οι χαρές ήρθαν όταν ήδη η καρδιά μας είχε γίνει μαύρη από τον πόνο και τον καημό. Δεν μπορέσαμε νά τις γευτούμε.

Εμείς αδελφέ μου, γεννηθήκαμε για να μπορέσουν να ζήσουν οι άλλοι. Οχι εμείς! Γεννηθήκαμε για νά ζήσουν τα παιδιά μας, τα παιδιά των παιδιών μας και ου το καθ’ εξής. Γεννηθήκαμε να γίνουμε τα σφάγια της Λευτεριάς. Κι οι μοίρες μας όρισαν να κρατούμε τη διαδικτυακή πέννα, όπως άλλοτε κρατούσαν την κανονική πέννα ο Μακρυγιάννης, ο Σολωμός, ο Διόδοτος τον οποίο τιμάς, ο Αριστοφάνης και πολλοί άλλοι.

Εμείς αδελφέ μου φύγαμε από τον Αδη, με το σημάδι του στον ώμο μας. Το σημάδι από το βάρος της ευθύνης που φορτωθήκαμε μιαν κούφιαν ώρα που επιλέγαμε πού και πότε θα γεννηθούμε.

Και να αδελφέ μου που συναντιόμαστε στο ίδιο μετερίζι. Εμπειρος εσύ, κουτάβι εγώ. Κι από τούτο το μετερίζι, βρήκαμε κι άλλους σαν εμάς. Κι άλλους με το ίδιο σημάδι του Αδη στον ώμο, να κουβαλούμε περήφανα Θρησκεία, Εθνος και Πατρίδα στις αποκαμωμένες από τα χρόνια πλάτες μας, πιασμένοι χέρι – χέρι στο πεδίο του καλού Αγώνα! Υπέρ βωμών και εστιών!

Και ναι αδελφέ μου! Κουραζόμαστε! Δεν έχουμε πια τα νειάτα που είχαμε κάποτε. Αλλά όταν είχαμε τα νειάτα, δεν είχαμε τη σοφία και την εμπειρία. Τώρα έχουμε τη σοφία και την εμπειρία, αλλά μας λείπουν τα νειάτα. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα προφανώς!

Κουραζόμαστε, λυγίζουμε, γονατίζουμε… Μα να! Και πάλι όρθιοι συνεχίζουμε. Γιατί βαθειά μέσα μας ξέρουμε πως από εμάς και τους άλλους που είναι σαν εμάς, εξαρτάται το μέλλον αυτού του Εθνους. Και πολεμάμε το θεριό! Και λίγοι καταλαβαίνουν ετούτον τον Αγώνα! Δεν μπορούν αδελφέ μου να καταλάβουν πως εσύ, εγώ κι οι άλλοι που είναι σαν εμάς, πολεμούμε βλέποντας κατάματα το θεριό.

Δεν μπορούν αδελφέ μου να καταλάβουν ότι κάθε λέξη που γράφουμε είναι μαχαιριά στο θεριό. Δεν καταλαβαίνουν ότι τα γραπτά μας αποδυναμώνουν το κτήνος για να το πολεμήσουν πιο εύκολα οι νεώτεροι από εμάς. Δεν καταλαβαίνουν ότι κάθε μας λέξη είναι εκείνο το «αναβολικό» που δίνει δύναμη στους μαχητές του Εθνους. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως αν κι έχουμε για όπλο μας ετούτη τη διαδικτυακή πέννα, το χέρι μας χειρίζεται άριστα το «σιδερικό» αν το απαιτήσει η Πατρίδα κι ο Δημιουργός μας.

Δεν καταλαβαίνουν αδελφέ μου, τη θυσία που απαιτεί ετούτο το μαραφέτι που λέγεται ιστολόγιο. Μήτε το χρόνο που ρουφάει από τη ζωή μας για να μπορούν εκείνοι να είναι ενημερωμένοι έγκυρα και έγκαιρα.

Μα δεν τους παρεξηγώ αδελφέ μου! Οι πιο πολλοί έμαθαν να τα έχουν έτοιμα στο πιάτο. Δεν έμαθαν τι σημαίνει «προπαρασκευή Αγώνα», μήτε τι θα πει «χτίσιμο χαρακτήρα». Και δε φταίνε εκείνοι αδελφέ μου. Αυτοί που δεν τους τα έμαθαν φταίνε. Δεν έμαθαν τι θα πει «τέχνη του πολέμου». Δεν τους δίδαξε κανείς.

Γι’ αυτό πρέπει να δείχνουμε κατανόηση κι υπομονή! Κι εσύ, κι εγώ κι όλοι όσοι είναι σαν εμάς! Κι αν λυγίζουμε, πάλι να στεκόμαστε ορθοί σαν τα γέρικα περήφανα πλατάνια. Κι αν ακόμα πολλές φορές το χέρι είναι απρόθυμο ν’ ακολουθήσει το σκοπό για τον οποίο ορίστηκε, με το στανιό να το επαναφέρουμε σε τάξη.

Και θα με ρωτήσεις γιατί όλα τούτα τα γράφω δημόσια. Σωστά;

Δεν ξέρω αδελφέ μου! Ενοιωσα την ανάγκη να το κάμω. Μάλλον γιατί πρέπει κι άλλοι να το διαβάσουν. Κι άλλοι από ‘κείνους που ‘χουν το ίδιο μ’ εμάς σημάδι στον ώμο. Ισως να ‘ταν θέλημα του Δημιουργού μας να γίνει έτσι. Ποιος είμαι ‘γω για να Τον κρίνω; Ετσι ένοιωσα, έτσι έπρεπε να γίνει…

Κι αυτό το τραγούδι, για σένα χαρισμένο αδελφέ μου, μ’ ένα μικρό και ταπεινό «ευχαριστώ» για όσα έχεις κάνει για μένα και για τούτο το ιστολόγιο…

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος

Ερμηνεία: Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Παίζουν οι μουσικοί: Παύλος Σιδηρόπουλος, Αριστείδης Μόσχος, Γιάννης Ρενιέρης, Χρήστος Χαλκιάς, Λάκης Χαλκιάς, Ανδρέας Ροδουσάκης και Νίκος Σαμπαζιώτης.

Στίχοι:

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το ‘χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει
Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω
Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που ‘δαν το κακό
και το ‘χουν στ’ όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά του δείχνουνε το δρόμο
Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ’ τον Άδη κι απ’ τον κόσμο