Στα 73 του χρόνια, ο Σταμάτης Σπανουδάκης θεωρείται ένας καταξιωμένος συνθέτης, στιχουργός και δημιουργός διαχρονικών επιτυχιών. Ενας άνθρωπος ο οποίος γνώρισε την ταπείνωση και την ύψωση. Γνώρισε το βούρκο, αλλά και την ανάσταση! Μια ανάσταση που ήρθε, όπως λέει ο ίδιος, μέσα από τη γνωριμία του με το Χριστό, τον οποίο έκτοτε δεν έπαψε να υμνεί μέσα από την τέχνη του.

Εχοντας πολλές φορές αδικηθεί, δεν το βάζει κάτω. Επιμένει να παλεύει και να δημιουργεί τέχνη. Τα τραγούδια του και η μουσική του, δε γνωρίζουν σύνορα. Εχουν ταξιδέψει παντού, γνωρίζοντας την καταξίωση που τους αρμόζει στο ποιοτικό μουσικό στερέωμα.

Οντας πικραμένος από όλα όσα συμβαίνουν στην Πατρίδα μας, μόλις σήμερα αποφάσισε ν’ ανοίξει την ψυχή του και να γράψει στην προσωπική του Σελίδα στο Facebook λίγα λόγια για το πώς αισθάνεται.

Η «πανδημία» και τα παράλογα μέτρα, έχουν στερήσει από τους «ανυπάκουους» καλλιτέχνες την επαφή τους με το κοινό που τόσο αγαπούν.

Οταν όμως αγαπάς την Πατρίδα σου όσο ο Σταμάτης Σπανουδάκης, δεν μπορείς παρά να νοιώσεις θλίψη και πίκρα για τους συμπατριώτες σου οι οποίοι σκύβουν το κεφάλι.

Οταν αγαπάς τον Ιησού όσο ο Σταμάτης Σπανουδάκης, δεν μπορείς παρά να νοιώσεις θυμό για όσα συμβαίνουν στην Εκκλησία, στον κλήρο και στην πίστη.

Ετσι νοιώθει ο αγαπημένος καλλιτέχνης, ο οποίος δε δίστασε να γράψει αυτά που βρίσκονται στο μυαλό του, εκφράζοντας ωστόσο και μία προσμονή Λευτεριάς που εκφράζεται από τους στίχους που προσθέτει στο τέλος της ανάρτησής του, στο ίδιο μέτρο και πνεύμα με τον «Υμνο εις την Ελευθερία», του εθνικού μας ποιητή.

Γράφει ο Σταμάτης Σπανουδάκης:

Aυτές τις «γιορτές», με την πλήρη απουσία απο τις εσωτερικές
και εξωτερικές μας εκδηλώσεις, του μοναδικού εορτάζοντα,
του Ιησού Χριστού, αναρωτιέμαι ποιοί γίναμε σήμερα, εμείς οι Έλληνες. Καί λυπάμαι, όπως ο Ιωάννης στην αποκάλυψη του,
πού βλέποντας τα χάλια μας «έκλαιε πολύ».
Αποστεωμένοι πνευματικά Έλληνες χωρίς την υποψία τής όντως ζωής, που πλάι μας » περνά και χάνεται». Έτοιμοι να γλεντήσουμε, να φάμε και να διασκεδάσουμε, ερήμην των καιρών, των ασθενειών, των θανάτων, των συμφορών, της αφόρητης δυστυχίας γύρω μας, λες και ζούμε σε άλλο καιρό,
σε άλλη χώρα, σε διαφορετική ώρα, κοντά σε άλλους ανθρώπους.

«Δείχνουν νικητές κι` έναι νικημένοι,
δείχνουν ζωντανοί κι` είναι πεθαμένοι»

Ατέλειωτες ευχές, χιλιοακουσμένες και ποτέ πραγματοποιημένες,σ’ έναν διαγωνισμό κακογουστιάς και μονότονης επαναλήψεως. Λόγια χωρίς κανένα απολύτως σκοπό
η στόχο.
Και ούτε μια, αληθινή κουβέντα.
Αχ, ευλογημένη σωπή! Πόσα θάχες να μας μάθεις, αλλά και να μας πείς!

Πόσα χειρότερα θάρθουν Θεέ μου, όσο δεν εννοούμε να καταλάβουμε, όσο δέν εννοούμε να αλλάξουμε.
Τα αποζητάμε, τα προκαλούμε με την συμπεριφορά μας.

«Σε μια χώρα που γκρεμίζεται, σ’ ένα αύριο που δεν χτίζεται
να ξεχάσω γώ δεν γίνεται, το σημάδι Σου δεν σβύνεται.»

Ζήτω λοιπόν, οι σημαδεμένοι της αλήθειας, του Χριστού,
της Παναγίας, της Ελλάδας, της παλληκαριάς, της ευγένειας
και της φιλοπατρίας!

Έλληνες απ´ άκρη σ´ άκρη, που μπολιάσαμε τη γη
στο χαμόγελο μας δάκρυ, στο μαρτύριο αντοχή
Μία πίστη, μία γλώσσα, μιά λεβέντικη ψυχή
Αίμα, πόνος και θυσία, η δική μας η γιορτή

Η Ελλάδα ενωμένη, σαν αητός ψηλά πετά
κι είν´ γραμμένο στα φτερά της
«Χαίρε ώ χαίρε λευτεριά”!