Σημ. Το ιστολόγιό μας, όπως αναφέραμε σε προηγούμενη ανάρτηση, ακολουθεί το Παλαιό Ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο σήμερα ξημερώνει Χριστούγεννα!


Σσσσς! 🤫

Ακου! Ακου ψυχή μου! Ακου τη σιωπή που απλώθηκε τούτη τη νυχτιά! Την ακούς; ‘Αγια Νύχτα ψυχή μου! Η πλάση σιωπά, τα πουλιά κουρνιάζουν εκστατικά στις φωλιές τους. Τα ψάρια κολυμπούν πέρα δώθε προσμένοντας το θαύμα. Κοίτα τα ζώα! Περιμένουν υπομονετικά κοιτάζοντας την Ανατολή! Τα θηρία στέκονται ήρεμα και γαλήνια, έτοιμα να δεχτούν το πιο απαλό χάδι.

Μόνο οι άνθρωποι… Αααααχ! Οι άνθρωποι… Κοίτα! Κοίτα τους ανθρώπους… Αλλοι προσπερνούν βιαστικά βρίζοντας θεούς και δαίμονες, άλλοι γλεντάνε, άλλοι πηγαινοέρχονται αδιάφοροι, άλλοι χαζεύουν εκείνο το πολύχρωμο κουτί που λέγεται τηλεόραση, άλλοι χωμένοι βαθειά στις οθόνες του κινητού τους ή του υπολογιστή τους… Οι πιο πολλοί σκέπτονται τις θλίψεις τους. Αλλοι πάλι σκέπτονται τι κακό να κάνουν στους άλλους. Κοίτα εκείνους εκεί! Σκέφτονται τι πολύτιμα υλικά αγαθά ν’ αγοράσουν… Δεν έχουν καταλάβει… Δε νοιώθουν ετούτη την ‘Αγια Νύχτα…

Τι; Τι ψυχή μου; Τι μου δείχνεις;

Α! Ναι! Τους βλέπω! Είναι εκείνοι που νοιώθουν την ‘Αγια Νύχτα! Βλέπεις; Βλέπεις πώς λάμπουν; Κοίτα το φτωχικό τους… Να πάρει η ευχή! Με πόσο λίγα ζουν αυτοί; Κοίτα! Κοίτα τα χέρια τους στον ουρανό υψωμένα…

Τι ειν’ τούτο;

Μία λάμψη! Πω – πωωωωω! Τι όμορφη και μαγευτική που είναι… Κοίτα! Βγαίνει μέσα από τις καρδιές τους και χάνεται στα πέρατα του Ουρανού! Κοίτα εκείνα τα μικρά φωτάκια που ανεβοκατεβαίνουν παράλληλα μ’ αυτές τις στήλες φωτός… Τι είναι άρα γε;

Περίμενε! Περίμενε να δω… Μα ναι! Μοιάζουν με ανθρώπους… Πηγαίνουν τις προσευχές ετούτων των ανθρώπων στον Ουρανό! Πόσο τους ζηλεύω αυτούς τους ανθρώπους… Πόσο θέλω να τους μοιάξω…

Ωχ! Τι ειν’ αυτό πάλι; Τ’ ακούς; Ακου… Σαν οπλές αλόγων μου ακούγονται… ‘Αλογα τέτοια εποχή; Πλάκα μου κάνεις… Από πού στην ευχή ακούγονται;

Να! Να, κοίτα! Από εκεί έρχονται. Τρεις καβαλάρηδες! Ο ένας έρχεται από την Ανατολή, ο άλλος από το Βορρά κι ο τρίτος από το Νότο… Σα να γνωρίζονται μου φαίνεται! Κοίτα με τι χαρά χαιρετούν ο ένας τον άλλο… Και τ’ άλογά τους, χαρούμενα μου φαίνονται…

Ωπα… Ερχονται προς τα ‘δω… Κάτσε να δούμε τι θέλουν… Μη σκιρτάς ψυχή μου. Ηρέμησε! Δε μου φαίνονται άγριοι ή θυμωμένοι. Κοίτα πώς λάμπουν… Κοίτα γαλήνη στα πρόσωπά τους…

Ω, να πάρει! Ηρθαν κοντά μας και δεν έχω κάτι να τους φιλέψω… Ρεζίλι θα γίνω! Τι στο καλό; Δεν μπορεί… Κάτι θα έχω… Νερό… Μόνο νερό… Τι κρίμα! Αλλά αυτό έχω, αυτό θα προσφέρω. Ας με συγχωρέσουν…

(Ε = Εγώ)

Ε: Καλησπέρα ξένοι! Καλώς ήλθατε! Κοπιάστε! Πώς από τα μέρη μας;

Οι τρεις ξένοι ξεπέζεψαν!

Κοίτα παράστημα που ‘χουν αυτοί! Πω – πω! Πολύ ψηλοί!

Γ: Καλησπέρα φίλε μου! Γεώργιος ονομάζομαι! Από την Καππαδοκία έρχομαι…

Δ: Καλησπέρα αγαπητέ μου! Δημήτριος ονομάζομαι κι έρχομαι από τη Θεσσαλονίκη…

Μ: Καλησπέρα φίλτατε! Μηνάς ονομάζομαι κι έρχομαι από την Αίγυπτο…

Τι; Πώς; Δεν μπορεί… Μα ναι! Κοίτα τους ψυχή μου! Αυτοί είναι! Οι ‘Αγιοι Γεώργιος, Δημήτριος και Μηνάς… Οι τρεις στρατιωτικοί… Τι δουλειά έχουν εδώ; Κι ήρθαν σ’ εμένα; Ποιος είμαι ‘γω για να ‘ρθουν σ’ εμένα; Και τώρα; Τώρα τι κάνω; Να πάρει… Δε μου βγαίνει λέξη απ’ το ρημάδι το στόμα… Ακου πώς χτυπάει η καρδιά μου…

Μ: Ηρέμησε! Μην ταράζεσαι…

Ε: Τι να μην ταράζομαι που η καρδιά μου πάει να σπάσει;

Δ: Ηρέμησε! Περαστικοί είμαστε κι είπαμε να ξαποστάσουμε λίγο…

Ε: Να ξαποστάσετε! Βεβαίως και να ξαποστάσετε… Αλλά δεν έχω κάτι να σας φιλέψω… Μόνο νερό…

Γ: Τέλεια! Αυτό ακριβώς θέλαμε! Αν θες, βάλε και στους ίππους μας που ‘ναι κουρασμένοι απ’ το ταξίδι…

Ε: Να βάλω! Γιατί να μη βάλω;

Τώρα, γιατί με κοιτάνε έτσι και χαμογελάνε; Να δεις για χαζό με πέρασαν. Ρεζίλι έγινα πάλι… Ντρέπομαι να πάρει η ευχή… Κάτσε να τους πάω τα νερά τους…

Ε: Με τις υγείες σας!

Χαμογελάνε! Ναι! Σίγουρα για βλαμμένο με πέρασαν… Ωχ τι έπαθα… Να βάλω και στ’ άλογα να πιουν… Κοίτα ψυχή μου πόσο όμορφα είναι τούτα τ’ άλογα… Δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφα…

Ωραία! Ας επιστρέψω τώρα…

Γ: Εύγε φίλε μου! Σ’ ευχαριστούμε θερμώς!

Ε: Μα τι λέτε τώρα… Χαρά μου! Μόνο ντρέπομαι γιατί δεν έχω κάτι άλλο να σας δώσω…

Γελάνε… Γιατί γελάνε; Τόσο βλαμμένο φαίνομαι;

Δ: Δε θέλουμε κάτι άλλο. Μην ανησυχείς!

Ε: Τι θέλετε εδώ; Τι ζητάτε;

Μ: Τους βλέπεις αυτούς με τα χέρια στον ουρανό που λάμπουν;

Ε: Ναι! Τους έχω δει…

Μ: Ε, αυτοί μας κάλεσαν!

Ε: Δηλαδή;

Γ: Κοίτα, ο Θεός νοιώθει θλίψη για εκείνους που είναι αδιάφοροι.

Δ: Νοιώθει όμως χαρά για εκείνους εκεί που προσεύχονται, αλλά και για κάποιους από εσάς που μπορεί να μην προσεύχεστε τόσο πολύ, αλλά αγωνίζεστε εις το όνομά Του!

Μ: Ακουσε τις προσευχές εκείνων, είδε τον αγώνα το δικό σας κι αποφάσισε να μας στείλει να σας βοηθήσουμε…

Ε: Δηλαδή;;;

Γ: Τι δηλαδή; Τόσα χρόνια οι οπαδοί του διαβόλου χορεύουν. Εδώ και δυο χρόνια χορεύει κι αυτός μαζί τους. Ηρθε η ώρα να γυρίσει στο μπουντρούμι του.

Ε: Μα πώς…; Αφού…

Δ: Κοίτα… Εμείς πολεμήσαμε τα όργανα του πονηρού. Εσείς πολεμάτε τον ίδιο τον πονηρό. Αλλά χρειάζεστε τη δική μας βοήθεια για να νικήσετε.

Μ: Νομίζεις πραγματικά ότι θα άφηνε αυτόν τον ευλογημένο τόπο ο Θεός να πάει χαμένος και να καταστραφεί; Θ’ άφηνε αυτά τα ιερά χώματα να τα μολύνουν; Οχι βέβαια…

Γ: Και δεν είμαστε μόνο εμείς. Είδα το Μάμμα και τον Μόδεστο καθώς ερχόμουν. Περίμεναν κι άλλους.

Δ: Κι εγώ είδα καθ’ οδόν τον Αρτέμιο και νομίζω πώς κάπου πήρε το μάτι μου τον Εφραίμ το Σύρο…

Μ: Κι εγώ συνάντησα τους αρχαίους! Τους πριν από εμάς. Εχουν στήσει στρατόπεδα κι είναι έτοιμοι για μάχη… Μυρμιδόνες, Σπαρτιάτες, Αχαιοί… Ολοι παραταγμένοι κι έτοιμοι…

Ε: Συγγνώμη… Τι λέτε;

Γ: Λέμε ότι οι αγώνες σας κι οι προσευχές σας, έφεραν αποτέλεσμα. Μπορεί να σας πολιορκεί ο εχθρός, μα η ψυχή σας είναι ελεύθερη!

Δ: Μη σταματήσετε ούτε την προσευχή σας, ούτε τους αγώνες σας. Αυτά είναι τα όπλα μας για να νικήσουμε τον εχθρό.

Μ: Και πού ‘σαι… Ολα αυτά, να τα πεις στον κόσμο. Μην τα κρύψεις. Να ξέρει ο κόσμος που δεν υποτάχθηκε, ότι ο Θεός είναι μαζί του και πως σύντομα θ’ απαλλάξει την ανθρωπότητα από τους δυνάστες της.

Ε: Κι η Πατρίδα μου; Τι θα γίνει με την Πατρίδα μου; Κι όλοι εκείνοι που υπάκουσαν ή υπέκυψαν, τι θα γίνει μ’ εκείνους;

Γ: Για την Πατρίδα σου, θα σου πούμε. Αλλά αυτό θα πρέπει να το κρατήσεις επτασφράγιστο μυστικό. Για εκείνους που υπάκουσαν ή υπέκυψαν… δεν είναι δουλειά σου να ξέρεις. Θα τ’ αναλάβει Εκείνος. Δίκαια όπως πάντα.

Τώρα, να χαρώ ή να στεναχωρηθώ; Ουφ!

Ωχ… Σηκώνονται… Να σηκωθώ κι εγώ από σεβασμό.

Γ: Ωρα να φύγουμε! Μας περιμένει πολλή δουλειά…

Δ: Ναι! Οντως! Μην ξεχάσεις όσα σου είπαμε να πεις, να τα πεις κι όσα σου είπαμε να κρύψεις, να τα κρύψεις…

Ε: Μάλιστα! Θα κάνω ό,τι μου είπατε…

Μ: Κι ευχαριστούμε για το νερό…

Ε: Μα δεν ήπιατε ούτε σταγόνα…

Μ: Εγώ ξεδίψασα πάντως…

Κοίτα τους ψυχή μου… Κοίτα πώς καβαλάνε τ’ άλογα… Κοίτα αρχοντιά…

Τι στην ευχή; Ούτε τ’ άλογα δεν ήπιανε νερό; Δεν πειράζει… Θα το φυλάξω να πιω εγώ και να μοιράσω και σε άλλους να πιουν. Ευλογία θα πάρουν…

Μα… Μα τι ακούγεται τώρα; Μωρό; Κι αυτά τα τραγούδια τι είναι; Τι λένε;

«ΔΟΞΑ ΕΝ ΥΨΙΣΤΟΙΣ ΘΕΩ ΚΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ ΕΥΔΟΚΙΑ»…

Ωχ… Γεννιέται… Γεννιέται ο Χριστός κι εγώ είμαι ακόμα έτσι… Ελα! Ελα! Πάμε να χαιρετίσουμε το Βρέφος… Τρέχα ψυχή μου! Τη νύχτα αυτή ανακαινίζεται η Πλάση! Ανακαινίζεται η ψυχή μας! Ανακαινίζεται η Πατρίδα μας… Τρέχα ψυχή μου, μη μείνουμε έξω απ’ το ιερό Παχνί… Τρέχα σου λέω…

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ, ΔΟΞΑΣΑΤΕ!

Αγάλλεται και ανακαινούται η Φύσις!

Εις έτη πολλά, ευλογημένα, με υγεία, ΕΛΕΥΘΕΡΑ και μ’ ευδαιμονία!