γράφει ο Alistair Crooke


Η κυριαρχία των ΗΠΑ αντιμετωπίζει πλήθος απειλών παγκοσμίως. Ενώ οι ΗΠΑ θεωρούν τα ρωσικά αιτήματα μη ρεαλιστικά, η Ρωσία θεωρεί τις κόκκινες γραμμές της ως υπαρξιακό ζήτημα και φαίνεται έτοιμη να ακολουθήσει μια υπολογισμένη στρατηγική έντασης για να διασφαλίσει ότι δεν θα παρακαμφθούν.

Με αυτά τα λόγια ο Πρόεδρος Πούτιν περιέγραψε τη στρατηγική της Ρωσίας για την ανατροπή της εισβολής του ΝΑΤΟ στην ασιατική ενδοχώρα – μια εισβολή που θέτει σε υπαρξιακό κίνδυνο τη ρωσική ασφάλεια. Οι συνομιλίες σχετικά με το ρωσικό σχέδιο συνθήκης για τις εγγυήσεις ασφαλείας αρχίζουν στη Γενεύη στις 10 Ιανουαρίου, αλλά από εκείνο το σημείο και μετά, οι εντάσεις είναι πιθανό να κλιμακωθούν και να διευρυνθούν γεωγραφικά.

Γιατί; Πρώτον, επειδή έχουμε δει μια στρατηγική αλλαγή στην προσέγγιση των ΗΠΑ στην επιμονή της Μόσχας να αποσυρθούν πλήρως οι υποδομές του ΝΑΤΟ από το εγγύς ρωσικό εξωτερικό.

Αρχικά, η αντίδραση της Ουάσιγκτον έδειξε ότι αιφνιδιάστηκε κάπως από τη δημοσίευση των ρωσικών εγγράφων. Η αρχική αντίδραση, λοιπόν, ήταν ότι αν και ορισμένα από τα περιεχόμενά τους ήταν -για την Ουάσιγκτον- προφανώς αδιαπραγμάτευτα, άλλα δεν ήταν και άξιζαν αντιμετώπισης. Υπήρχε μια σιωπηρή κατανόηση της αμερικανικής αφήγησης τότε, των σημείων που έθετε η Ρωσία.

Αλλά μετά τις γιορτές, ο τόνος είχε αλλάξει ριζικά: Οι στοχαστές της Beltway ήταν ιδιαίτερα απορριπτικοί: οι ρωσικές απαιτήσεις ήταν πολύ παράξενες ακόμη και για να ληφθούν υπόψη. Ή αλλιώς, ότι ο Πούτιν παρείχε στον Μπάιντεν μια χρυσή ευκαιρία να κόψει τα ρωσικά φτερά, προτού οι ΗΠΑ στραφούν για να αντιμετωπίσουν τη μεγαλύτερη πρόκληση που θέτει η Κίνα.

Η αφήγηση των ΗΠΑ έγινε θριαμβολογία: «Ο Πούτιν ήταν καταδικασμένος όπως και να ‘χει». Δηλαδή, αν εισέβαλε στην Ουκρανία, θα έμπαινε σε ένα τέλμα που θα τροφοδοτούσαν οι ΗΠΑ, και αν έκανε πίσω, θα έχανε τεράστιο πρόσωπο μεταξύ των Ρώσων – σε σημείο (όπως πρότειναν οι στοχαστές της Beltway) που θα έθετε σε κίνδυνο τις μελλοντικές πολιτικές του προοπτικές.

Υπήρχε μια δόση χαιρέκακου σε ορισμένα από αυτά τα σχόλια, η οποία, προερχόμενη από τα συνήθη γεράκια, είναι αναμενόμενη. Η αρπαγή του αφηγήματός τους, ωστόσο, αντανακλάται (πιο διπλωματικά) και σε επίσημο επίπεδο, με τον Λευκό Οίκο να είναι αυστηρά μη δεσμευτικός όσον αφορά την προσφορά εγγυήσεων ασφαλείας στη Μόσχα και να επιμένει ότι όλα τα κυρίαρχα κράτη έχουν το απόλυτο δικαίωμα να επιλέξουν να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ.

Η δεύτερη αμερικανική αλλαγή αφορά τη διαρθρωτική προσέγγιση των συνομιλιών: Η Ρωσία είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι η διαφωνία ήταν ουσιαστικά μεταξύ της Ρωσίας και των ΗΠΑ και ότι η ουσία της ήταν ένα θέμα που έπρεπε να διευθετηθεί μεταξύ αυτών των δύο αρχηγών. Οι ΗΠΑ, παρ’ όλα αυτά, προσπαθούν να ωθήσουν την ατζέντα στο πλάι του διαλόγου ΝΑΤΟ-Ρωσίας, ο οποίος έχει προγραμματιστεί να διεξαχθεί στις Βρυξέλλες από τις 12 Ιανουαρίου.

Φυσικά, η διευρυμένη συμμετοχή περιπλέκει τα πάντα – περιλαμβάνει τις χώρες της Βαλτικής και την Πολωνία, οι οποίες μοιράζονται μια συγκεκριμένη ατζέντα απέναντι στη Μόσχα. Και η ΕΕ επιμένει ότι θα πρέπει να συμμετέχουν και αυτές σε οποιεσδήποτε συνομιλίες που αγγίζουν την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Ξεχωριστά, ο Μπάιντεν μίλησε προσωπικά με τον πρόεδρο Ζελένσκι για να του πει ότι «τίποτα (δεν θα συμφωνηθεί) για εσάς – χωρίς εσάς».

Τίποτα από αυτά δεν θα εκπλήξει ιδιαίτερα τη Μόσχα. Θα έχουν προβλέψει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας αντίδρασης- αν και θα είναι σε επιφυλακή, καθώς θα ακούνε αυτά τα υπομνήματα της Ουάσιγκτον ότι ο Πούτιν πρέπει να κατέβει από το «καλάμι» του- και την υπόνοια ότι ο Πούτιν άνοιξε ακούσια το δρόμο για την Ουάσιγκτον να προχωρήσει σε περαιτέρω σαλαμοποίηση της Ουκρανίας (με πωλήσεις όπλων, στρατιωτικούς συμβούλους και ιδιώτες εργολάβους – δηλαδή με τη συνέχιση της αθόρυβης ΝΑΤΟϊκής απομόνωσης της Ουκρανίας, χωρίς να γίνει επίσημα μέλος του ΝΑΤΟ).

Τι θα γίνει λοιπόν στη συνέχεια; Σε αυτό το σημείο αποκτούν σημασία τα λόγια του Πούτιν για τη «στρατηγική των εντάσεων» της Ρωσίας: Εάν οι συνομιλίες αποτύχουν να αποδώσουν μια πρώιμη δέσμευση των ΗΠΑ σχετικά με τον σεβασμό των «κόκκινων γραμμών» ασφαλείας της Ρωσίας, η τελευταία έχει ήδη προσδιορίσει μια βαθμονομημένη κλιμάκωση σταδιακών στρατιωτικο-τεχνικών βημάτων που θα εφαρμόσει ως απάντηση σε κάθε αμερικανική προσπάθεια να κλωτσήσει την ατζέντα στο «μακρύ χορτάρι» του ατελείωτου διαλόγου. Ναι, η Ρωσία θα ακολουθήσει τη στρατηγική της σταθερής κλιμάκωσης των εντάσεων έως ότου οι ΗΠΑ προσχωρήσουν στις «κόκκινες γραμμές» της.

Ποιος ξέρει πού μπορεί να οδηγήσουν όλα αυτά; Φαίνεται ότι ο πόλεμος των εντάσεων έχει ήδη ξεκινήσει, πριν ακόμη ξεκινήσουν οι συνομιλίες. Τα πρόσφατα γεγονότα στο Καζακστάν ακολουθούν το μοτίβο ενός κλασσικού παιχνιδιού των ΗΠΑ με χρώμα-επανάσταση – με άλλα λόγια, η Μόσχα θα αντιμετωπίσει πιέσεις από την Ανατολή καθώς και από έναν στρατηγικό ασιατικό γείτονα που μοιράζεται μακρά σύνορα τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Κίνα. Το Καζακστάν είναι ένα κράτος-κλειδί, τόσο από την άποψη της ενέργειας όσο και ως εμπορικός διάδρομος. Είναι εθνοτικά τουρκικό, και εδώ και πολύ καιρό το βλέπει ο πρόεδρος Ερντογάν ως πιθανό εργαλείο στην εργαλειοθήκη του για την τουρκική «πατρίδα».

Καθώς αυξάνονται οι δυτικές εντάσεις με τη Ρωσία, υπάρχει η πιθανότητα αντίδρασης από την Κίνα: Το Καζακστάν συνορεύει με την (τουρκική) επαρχία Xinjian, και η Αμερική μόλις κλιμάκωσε την αφήγησή της για την Ταϊβάν – υπονοώντας ότι η Ταϊβάν αντιπροσωπεύει την άγκυρα για τους στρατηγικούς εταίρους της Αμερικής στην περιοχή του Ειρηνικού, και ότι η Ταϊβάν αποτελεί κρίσιμο περιφερειακό «συμφέρον» και άγκυρα ασφαλείας των ΗΠΑ. Το Πεκίνο θα έχει διαβάσει αυτά τα σχόλια ενός Αμερικανού αξιωματούχου στη Γερουσία ως το «τέλος της προσποίησης» ότι οι ΗΠΑ αποδέχονται την ειρηνική επανένταξη της Ταϊβάν με την ηπειρωτική Κίνα.

Φυσικά, μακροπρόθεσμα, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να επικρατήσουν έναντι της Κίνας για την Ταϊβάν, ούτε να κάνουν κάτι για να σταματήσουν οποιαδήποτε ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία. Πρόκειται περισσότερο για μια περίπτωση που οι ΗΠΑ «κερδίζουν» πολιτικά στην εγχώρια αρένα τους – αν και με κόστος τη μακροπρόθεσμη στρατηγική τους τοποθέτηση.

Για τη Ρωσία, τα ζητήματα ασφαλείας είναι υπαρξιακά- αλλά για τον Μπάιντεν, η ίδια η προοπτική να κόψει τα φτερά της Ρωσίας προσφέρει (ίσως) μια γρήγορη συναυλία, με την οποία μπορεί να εξισορροπήσει την ανικανότητα-υπερφόρτωση που παραμένει από το αφγανικό του ναυάγιο. Πρόκειται για βραχυπρόθεσμη εσωτερική πολιτική.

Η Ουάσινγκτον δεν ήταν ιδιαίτερα επιδέξια σε τέτοια παιχνίδια τελευταία. Και αν το χειριστεί άσχημα, θα μπορούσε να γίνει μια καταστροφή για τον Μπάιντεν, αντί για το φτερό στο καπέλο του στην εξωτερική πολιτική που τόσο πολύ χρειάζεται.

Οι απόψεις που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τη γνώμη του ιστολογίου, αλλά εκφράζουν αποκλειστικά τη γνώμη του συγγραφέα του.


Μετάφραση από το πρωτότυπο: Καταχανάς (Γ. Μεταξάς)

Πηγή: almayadeen.net