Crimen majestatis σημαίνει έγκλημα κατά της Mεγαλειότητας. Αλλά περί ποιας μεγαλειότητας ο λόγος; Περί της μεγαλειότητας, βέβαια, του Νέρωνα και του Καλιγούλα και των άλλων ανθρωποειδών της ίδιας συνομοταξίας. Οι οποίοι, σύμφωνα με το «Ρωμαϊκόν Άδικον» («Δίκαιον» το λένε οι νομικοί) ήταν θεοί.

Γράφει ο
π. Ηλίας Υφαντής

Και στ’ όνομα της απεριόριστης αυθαιρεσίας τους έκαναν και έλεγαν τα πλέον αμοραλιστικά και παράλογα. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο Καλιγούλας ανακήρυξε αρχιερέα το άλογό του και ο Νέρωνας θεό τον πίθηκό του. Όπως ακριβώς σήμερα τα νεοταξίτικα καθάρματα κοτσάρουν στο σβέρκο μας όποια καθάρματα εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντά τους και είναι ληστρικότερα σε βάρος μας. Καθάρματα, που θα χρειαστούν χιλιετίες να φτάσουν στο επίπεδο του αλόγου του Καλιγούλα ή του πιθήκου του Νέρωνα.  

Όποιος δεν προσκυνούσε, ως θεούς τους ρωμαίους αυτοκράτορες, διέπραττε, όπως προαναφέραμε, έγκλημα κατά της μεγαλειότητας. Που συνεπαγόταν ακόμη και την ποινή του θανάτου. Και ακριβώς στο μολώχ της αθλιότητας αυτής θυσιάστηκαν εκατομμύρια ανθρώπων, μεταξύ των οποίων τουλάχιστο έντεκα εκατομμύρια χριστιανοί.

Πραγματικότητα, που φαίνεται να επαναλαμβάνεται και στις μέρες μας. Οπότε και πάλι επικρατεί παραλογισμός και αμοραλισμός, σε όλα τα επίπεδα.

Ο Νέρωνας, προκειμενου να ανανεώσει το πεπαλαιωμένο τμήμα της Ρώμης, προκάλεσε πυρκαγιά. Και διέδωσε ότι την προκάλεσαν οι χριστιανοί προκειμένου να δώσει ανήθικο ηθικό έρεισμα για τον εναντίον τους διωγμό. Όπως oι σημερινοί Νέρωνες εξολοθρεύουν τους ανθρώπους με τα δολοφονικά εφευρήματα κορωνοϊών και εμβολίων.

Στο θέμα της θρησκείας, είχαν θρησκευτικό συγκρητισμό. Και τότε, όπως και τώρα, ήταν υπό διωγμό η Ορθοδοξία. Τον τωρινό διωγμό της ορθοδοξίας τον βλέπουμε στην ΝΑΤΟϊκή επιδρομή εναντίον της ορθόδοξης Σερβίας, αλλά και στην προσπάθεια περικύκλωσης της ορθόδοξης Ρωσίας. Όπως βέβαια και στην πατρίδα μας, όπου η ορθόδοξη πίστη βρίσκεται υπό απροκάλυπτο διωγμό. Ωστόσο οι Ρωμαίοι, σε αντίθεση με κάποιους δικούς «μας», προκρούστες και εφιάλτες, ήταν πατριώτες. Γι’ αυτό και κατάφεραν να κυριαρχήσουν σε όλον σχεδόν τον τότε γνωστό κόσμο.

Όμως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, έγκλημα κατά της μεγαλειότητας θα επικαλεστεί και ο Χριστός για όσους από μας, στη Δευτέρα Παρουσία του, θα εξαποστείλει στην κόλαση: Μόνο που μεγαλειότητες για το Χριστό δεν είναι οι «ελέω Θεού», εστεμμένοι τύραννοι και λήσταρχοι, όπως συνέβαινε σε παλιότερες εποχές ή οι ελέω αντίχριστου, όπως συμβαίνει στις μέρες μας. Αλλά οι «ελάχιστοι αδελφοί» του Χριστού: Φτωχοί,πεινασμένοι και διψασμένοι για ψωμί, νερό, δικαιοσύνη και ελευθερία:

«Πείνασα-θα μας πει ο Χριστός- και δεν μου δώσατε να φάω, δίψασα και δεν μου δώσατε να πιω. Ήμουνα γυμνός και δεν με ντύσατε ξένος και δεν με φιλοξενήσατε. Ήμουνα άρρωστος και στη φυλακή. Και, εξαιτίας της απανθρωπιάς σας, με εγκαταλείψατε να αργοπεθαίνω»!…

Αλλά στη Δεύτερη Παρουσία του ο Χριστός δεν θα έρθει σαν ένας κοινός θνητός, όπως στην πρώτη. Θα εμφανιστεί με όλη τη του θεϊκή μεγαλοπρέπεια. 

Κι εμείς αλλοπρόσαλλοι, όπως είμαστε, θα του πούμε: 

«Μα τι λέτε, Μεγαλειότατε! Θα σας βλέπαμε εμείς μέσα σ’ αυτό το αστραφτερό μεγαλείο και δεν θα σας δίναμε να φάτε και να πιείτε! Και δεν θα σας προσφέραμε φιλοξενία! Και δεν θα σας πηγαίναμε στους καλύτερους γιατρούς του κόσμου, αν είχατε αρρωστήσει; Ή μήπως θα τολμούσαμε να σας πετάξουμε στη φυλακή! Εμείς θα πέφταμε μπρούμυτα να σας προσκυνάμε! Και θα γλίφαμε ακόμη και το χώμα μπροστά στα πόδια σας!…

»Εμείς είχαμε τόσους και τόσους διαπρεπείς εκπροσώπους της βαριάς βιομηχανίας της αδικίας, της ληστείας και της απάτης. Νόμιμης και παράνομης. Που άρπαζαν, όποτε ήθελαν, όσα ήθελαν. Και τους είχαμε στο απυρόβλητο και στην ασυλία. Κι όχι μόνο δεν τους καταδικάζαμε, αλλά τους ζητωκραυγάζαμε και τους ψηφίζαμε. Και καμαρώναμε να τους έχουμε δικαστές μας και κυβερνήτες και δημίους μας.

»Το μόνο, που τους ζητούσαμε ήταν να αλλάζουν πού και πού το χρώμα της αμφίεσής τους (γαλάζια-πράσινα-ροζ). Γιατί είχαμε πολύ λεπτά γούστα. Και πλήτταμε απ’ τη ρουτίνα και τη μονοτονία. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, το μεγαλείο τους μας μάγευε. Και μας γοήτευε το γεγονός ότι προέρχονταν από ηγεμονικούς οίκους και μεγάλα τζάκια! Χώμα γινόμασταν να μας πατάνε! Και πώς είναι δυνατόν τώρα σεις, Μεγαλειότατε, να μας εξαποστείλλετε στην κόλαση! Εμάς που τόσο λατρέψαμε και προσκυνήσαμε τα μεγαλεία! Μπορεί να είστε τόσο σκληρός και απάνθρωπος!

Κι Εκείνος θα μας αποκριθεί:

Η κόλαση δεν είναι δικό μου, αλλά δικό σας δημιούργημα. Εσείς τη χτίσατε και τη συντηρήσατε, με τους ηγεμονικούς σας οίκους και τα τζάκια, των εκλεκτών σας. Που καταδίκαζαν τους συνανθρώπους σας, χωρίς οίκτο και έλεος, σε βίαιο ή και αργό θάνατο με την κακουργονομία τους! Που, μάλιστα, χωρίς ντροπή και φιλότιμο, τη «βάφτιζαν» δικαιοσύνη και ευνομία…

Κι εμείς αθεράπευτα υποκριτές θα του πούμε:

– Μα Μεγαλειότατε, αυτοί που πέθαιναν απ’ την ανέχεια ήταν τεμπέληδες και ανεπρόκοποι και τιποτένιοι. «Άχθος αρούρης»! Κι αυτοί, που σάπιζαν στις φυλακές, ήταν κακοποιοί. Και κάποιοι μάλιστα, ανάμεσά τους, ήταν και τρομοκράτες,που έθεταν σε κίνδυνο την καθωσπρέπει κοινωνία μας. Αλλά εσείς δεν είστε σαν αυτούς. Δεν σας είδαμε ποτέ ανάμεσά τους!

Κι εκείνος αδυσώπητος και άτεγκτος θα μας αποκριθεί:

Κι όμως κάνετε λάθος. Καθένας απ’ αυτούς τους τιποτένιους και κακοποιούς, ήταν και ένας αδελφός μου. Ή μήπως κι εγώ δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς, αφού με ως κακούργο σταυρώσατε!

….Εσείς, το ασυνείδητο κοπάδι των καθωσπρέπει κακούργων, που σταυρώνετε τους «ελάχιστους αδελφούς» μου!…

Πηγή Άρθρου: ΘΑΝΟΣ-ΕΥΗ