Τα κολλητιλίκια μεταξύ Μητσοτάκη – Βαρδινογιάννη, έχουν αρχίσει να δείχνουν το πόσο κακό κάνουν στη χώρα. Ο Μητσοτάκης, θέλοντας νά προστατεύσει την αισχροκέρδεια της οικογένειας Βαρδινογιάννη (βλ. Motor Oil) αλλά και άλλων ολιγαρχών του χώρου των καυσίμων, προτιμάει να καταστρέψει τα ελληνικά νοικοκυριά, παρά να ρίξει το βάρος της μείωσης του κόστους των καυσίμων και της ενέργειας στις πλάτες των λεφτάδων.

Τόσο η Κομισιόν, όσο και ο ΟΟΣΑ αλλά και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, πρότειναν να φορολογηθούν τα κέρδη των εταιρειών παραγωγής ενέργειας. Το σκεπτικό πίσω από την πρόταση αυτή είναι ότι μέσω της φορολογίας θα υποχρεωθούν οι εταιρείες να ρίξουν τις τιμές, ώστε να έχουν μικρότερη φορολογία. Από την άλλη, είτε μείωναν το κόστος, είτε όχι, η πρόταση έλεγε αυτά τα χρήματα να διατεθούν στα νοικοκυριά.

Παρά το γεγονός ότι πολλές χώρες συμφώνησαν σε αυτήν την πρόταση, ο Μητσοτάκης αρνήθηκε να τη δεχτεί. Τα συμφέροντα των ενεργειακών ολιγαρχών, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πληγούν.

Αυτό που επιμένει να λέει ο Μητσοτάκης, είναι ότι για την κρίση στην ενέργεια φταίει η Ρωσία. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να διασφαλίσει ότι οι ενεργειακοί ολιγάρχες, θα συνεχίσουν να αισχροκερδούν εις βάρος των ελληνικών νοικοκυριών, τα οποία δεν μπορούν πλέον να αντέξουν το βάρος των αυξήσεων. Με το πρόσχημα της ρωσικής επέμβασης στην Ουκρανία, θα αρχίσουν να εμφανίζονται δελτία παντού: στη βενζίνη, στο πετρέλαιο, στο αέριο, στα τρόφιμα…

Κι όλα αυτά, γιατί στην πολιτική προστασίας των ολιγαρχών, η «κυβέρνηση» Μητσοτάκη προτίμησε να κόψει τον λιγνίτη για ΔΗΘΕΝ οικολογικούς λόγους. Μία εγκληματική πολιτική, η οποία έρχεται να προστεθεί σε ένα τεράστιο σύνολο εγκλημάτων κατά του ελληνικού λαού. Και τα εγκλήματα δεν είναι τωρινά. Δεν πιστώνεται μόνο η «κυβέρνηση» Μητσοτάκη γι’ αυτά. Τα εγκλήματα ξεκίνησαν από τη μεταπολίτευση και εντάθηκαν τα τελευταία χρόνια. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι το αποκορύφωμα της εγκληματικότητας της «δημοκρατίας» απέναντι σε έναν λαό που πλέον έχει καταδικαστεί στην ανέχεια, χάρη στις κάλπες και τα ΜΜΕ.

Η αισχροκέρδεια των ολιγαρχών της ενέργειας, ξεπερνάει τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή, 2 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο φεύγουν «αέρα» από το πορτοφόλι του καταναλωτή και πηγαίνει στις τσέπες των ολιγαρχών. Κι όταν οι τιμές στην ενέργεια καθορίζονται από την τιμή του φυσικού αερίου, τότε είναι σίγουρο πως η παραμικρή (σχεδόν πάντα) αδικαιολόγητη αύξηση στην τιμή του φυσικού αερίου,αυξάνει δυσανάλογα τη γενική τιμή της ενέργειας, είτε αυτή προέρχεται από λιγνίτη, είτε από άλλες μορφές. Ακόμα κι οι εταιρείες που παράγουν ρεύμα από «οικολογικές» μορφές όπως τα φωτοβολταϊκά ή οι ανεμογεννήτριες, θα αυξήσουν παράλογα το κόστος πώλησης της ενέργειας που παράγουν.

Αν σκεφτεί κανείς ότι φτάσαμε στο σημείο να έχει αγανακτήσει και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) Αθανάσιος Σαββάκης ο οποίος με επιστολή-υπόμνημα ζητεί άμεσα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων, αλλά και μέτρα θεσμικού χαρακτήρα θωράκισης των βιομηχανιών απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια, τότε καταλαβαίνουμε ότι η κατάσταση έχει φτάσει στο μη παρέκει.

Το σίγουρο είναι πως ακόμα και οι καταναλωτές που πίστεψαν ότι το φυσικό αέριο ήταν μία φθηνή λύση, τώρα τραβάνε τα μαλλιά τους βλέποντας το κόστος να έχει εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη.

Σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Επιτροπή Ανταγωνισμού ελέγχει τις τιμές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ωστόσο, απέρριψε αυτήν την πρόταση, θέλοντας να παρέχει το ανεξέλεγκτο στους ολιγάρχες της ενέργειας. Η «λογική» του περιορίστηκε στο να εισάγει επενδύσεις σε εταιρείες, με επιβάρυνση των νοικοκυριών. Τσάμπα μάγκες δηλαδή… Και να φανταστεί κανείς πως κι αυτός ακόμα ο τέρμα νεοταξίτης Εμμανουέλ Μακρόν, επέβαλλε διατίμηση προκειμένου να διατηρήσει τις τιμές σε λογικά επίπεδα.

Και το ερώτημα πλέον δεν είναι «τι ψηφίσατε ορισμένοι;». Το ερώτημα είναι: Γιατί τους ανεχόμαστε ακόμα;