Ο πρωθυπουργός της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι (Δ) με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου Μπόρις Τζόνσον, Νέο Δελχί, 22 Απριλίου 2022

Ένα εξαιρετικό στοιχείο της βρετανικής διπλωματίας είναι ότι αναζητά συνεχώς τρόπους να βρίσκεται μπροστά από τις εξελίξεις και να παρέχει προστιθέμενη αξία στον πελάτη της στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό καθιστά εξαιρετικά σημαντικές τις παρατηρήσεις του Βρετανού πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον σχετικά με τη σύγκρουση στην Ουκρανία κατά τη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στο Νέο Δελχί την Παρασκευή.

Ο Τζόνσον έφερε στο νου τους υποβλητικούς στίχους του ποιήματος Dover Beach του Μάθιου Άρνολντ για τον «μελαγχολικό, μακρύ, αποσυρόμενο βρυχηθμό» όταν η πίστη υποχωρεί. Ήρθε σε πλήρη αντίθεση με το επίκεντρο των δηλώσεων του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο μόλις την προηγούμενη ημέρα, όπου ορκίστηκε

  • «να θέσει τον Πούτιν προ των ευθυνών του για τον βίαιο και αιματηρό πόλεμό του»,
  • «να ενισχύσει περαιτέρω την ικανότητα της Ουκρανίας να πολεμήσει στα ανατολικά – στην περιοχή του Ντονμπάς»,
  • «να αποκρούσει την επιθετικότητα της Ρωσίας στην Ουκρανία, να αποκρούσει την αγριότητα του Πούτιν»,
  • «στέλνοντας ένα αδιαμφισβήτητο μήνυμα στον Πούτιν: Δεν θα καταφέρει ποτέ να κυριαρχήσει και να καταλάβει όλη την Ουκρανία. Δεν θα το κάνει – αυτό δεν θα συμβεί»,
  • «να εντείνει την πίεση στον Πούτιν και να απομονώσει περαιτέρω τη Ρωσία στην παγκόσμια σκηνή»,
  • «περαιτέρω να αρνηθεί στη Ρωσία τα οφέλη του διεθνούς οικονομικού συστήματος που τόσο απολάμβανε στο παρελθόν»,
  • «να συνεχίσει να στέκεται στο πλευρό του γενναίου και υπερήφανου λαού της Ουκρανίας».

Ο Μπάιντεν κατάφερε να συγκεντρώσει όλη αυτή τη βιτριολική ρητορική σε μία μόνο ομιλία! Μάλιστα, ολοκλήρωσε ακόμη και αποπνέοντας αισιοδοξία ότι «δεν υπάρχουν ακόμη ενδείξεις ότι η Μαριούπολη έχει πέσει εντελώς».

Αλλά ο Τζόνσον, σε πλήρη αντίθεση, έτεινε να συμφωνήσει με την πρόβλεψη της βρετανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών ότι οι Ρώσοι θα μπορούσαν να κερδίσουν στην Ουκρανία. Χωρίς λεκτικές ακροβασίες, μπήκε κατευθείαν στο θέμα:

«Νομίζω ότι το λυπηρό είναι ότι αυτό (η ρωσική νίκη) είναι μια ρεαλιστική πιθανότητα. Ναι, φυσικά. Ο Πούτιν έχει έναν τεράστιο στρατό, έχει μια πολύ δύσκολη πολιτική θέση … η μόνη επιλογή που έχει τώρα είναι να συνεχίσει να προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την τρομακτική, αλεστική προσέγγισή του, οδηγούμενος, καθοδηγούμενος από το πυροβολικό, προσπαθώντας να αλέσει τους Ουκρανούς. Είναι πολύ κοντά στην εξασφάλιση μιας χερσαίας γέφυρας στη Μαριούπολη τώρα. Η κατάσταση είναι, φοβάμαι, απρόβλεπτη. Απλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές ως προς αυτό».

Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ουκρανία, ο Τζόνσον φέρεται να είχε συμβουλεύσει τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Ζελένσκι να κάνει υποχώρηση από (σμ. τη Μαριούπολη) και να σχηματίσει μια νέα αμυντική γραμμή, αλλά ο Ζελένσκι δεν είχε άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει τις αμερικανικές συμβουλές.

Για τον πρόεδρο Μπάιντεν, βέβαια, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους ο πόλεμος πρέπει να συνεχιστεί ως πόλεμος για πάντα. Ο πόλεμος συσπειρώνει την Ευρώπη πίσω από την αποδυναμωμένη υπερατλαντική ηγεσία των ΗΠΑ. Εκτός αυτού, ο Μπάιντεν έχει τώρα ένα άλλοθι για να εξηγήσει τον υψηλό πληθωρισμό στην αμερικανική οικονομία. Εξευμενίζει το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα σε μια χρονιά εκλογών. Ο Μπάιντεν ανακοίνωσε την Πέμπτη ένα νέο πακέτο στρατιωτικής βοήθειας ύψους 800 εκατομμυρίων δολαρίων για βαρύ πυροβολικό, 144.000 σφαίρες και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα οποία θα σταλούν «απευθείας στην πρώτη γραμμή της ελευθερίας» στο Ντονμπάς.

Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Πόσο θα αντέξει η δυτική ενότητα πίσω από την αμερικανική ηγεσία, αν ο Μπάιντεν επιδιώκει μια παρατεταμένη σύγκρουση με τη Ρωσία; Οι διαδοχικές ήττες στη Μαριούπολη και το Ντονμπάς όχι μόνο θα τσακίσουν τα νώτα του ουκρανικού στρατού και θα πλήξουν σοβαρά την αξιοπιστία των ΗΠΑ, αλλά θα απαξιώσουν ολόκληρη τη δυτική θριαμβολογική αφήγηση.

Ενώ οι δυτικές κυρώσεις έχουν πλήξει τη ρωσική οικονομία, σύμφωνα με τις τρέχουσες ενδείξεις, η Μόσχα προσαρμόζεται σε μια «νέα κανονικότητα». Σε αντίθεση με τις δυτικές προσδοκίες, οι κυρώσεις δεν έχουν μετατοπίσει τη ρωσική κοινή γνώμη εναντίον της κυβέρνησης. Η επιτυχής δοκιμή την περασμένη Τετάρτη του ρωσικού διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου νέας γενιάς Sarmat – ο οποίος «δεν έχει ανάλογα στον κόσμο και δεν θα έχει για πολύ καιρό ακόμη» (λόγια του Πούτιν) – αποτελεί αναμφίβολα μια προκλητική διαβεβαίωση.

Εν τω μεταξύ, οι προσπάθειες της Δύσης να «απομονώσει» τη Ρωσία δεν έχουν να διηγηθούν ιστορίες επιτυχίας. Στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G20 στην Ουάσινγκτον, το πρόγραμμα «μποϊκοτάζ της Ρωσίας» δεν είχε άλλους αποδέκτες εκτός από το δυτικό μπλοκ. Οι ΗΠΑ απέτυχαν να πείσουν τη Σαουδική Αραβία να απεμπλακεί από το καρτέλ του ΟΠΕΚ+ με τη Ρωσία. Πάνω απ’ όλα, στον βασικό τομέα όπου έχει μεγαλύτερη σημασία – το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο – η Ευρώπη αδυνατεί να συμφωνήσει σε ένα εμπάργκο. Αρκετές χώρες της ΕΕ απειλούν να ασκήσουν βέτο σε οποιαδήποτε τέτοια κίνηση της Επιτροπής.

Οι ευρωπαϊκές οικονομίες βρίσκονται σε διάφορα στάδια κατάρρευσης, καθώς το πλήγμα των κυρώσεων αρχίζει να τις πλήττει. Η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας προειδοποίησε την Παρασκευή ότι ένα πλήρες εμπάργκο στις αγορές ρωσικής ενέργειας θα μπορούσε να κοστίσει 180 δισεκατομμύρια ευρώ, να αφαιρέσει 5% από το αναμενόμενο ΑΕΠ της Γερμανίας φέτος και να ανατρέψει την οικονομία σε σοβαρή ύφεση. Προειδοποίησε ότι ακόμη και η ανάγκη εξεύρεσης πηγών αντικατάστασης της ενέργειας θα έβαζε πύραυλο κάτω από τον πληθωρισμό, προσθέτοντας πάνω από 1,5% ποσοστιαίες μονάδες στον φετινό δείκτη τιμών καταναλωτή και πάνω από 2% μονάδες στον δείκτη τιμών καταναλωτή του επόμενου έτους.

Ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς δήλωσε στο Spiegel την Παρασκευή ότι το εμπάργκο φυσικού αερίου αφορά τελικά την «αποφυγή μιας δραματικής οικονομικής κρίσης, την απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας και εργοστασίων που δεν θα άνοιγαν ποτέ ξανά». Είπε ότι δεδομένων τέτοιων «τεράστιων συνεπειών για τη χώρα μας, για ολόκληρη την Ευρώπη,… είναι δική μου ευθύνη να πω: «Δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε αυτό (το εμπάργκο)»».

Οι Ευρωπαίοι συνειδητοποιούν μάλλον νωρίτερα παρά αργότερα ότι είναι οι μεγάλοι χαμένοι. Εκτός από τις διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού που εμποδίζουν τη βιομηχανική παραγωγή, με το βάρος των 5 εκατομμυρίων προσφύγων (μέχρι στιγμής) και τις μεγάλες επιπτώσεις στην επισιτιστική ασφάλεια λόγω του πολέμου στο «καλάθι της Ευρώπης» σε συνδυασμό με την έλλειψη λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται για την αύξηση των αποδόσεων των καλλιεργειών, η Ευρώπη αισθάνεται το βάρος της αύξησης των τιμών.

Ακόμη και πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι τιμές των λιπασμάτων αυξάνονταν ραγδαία λόγω της αύξησης του κόστους του φυσικού αερίου, με το αζωτούχο λίπασμα να κοστίζει σχεδόν πέντε φορές περισσότερο από ό,τι πέρυσι τέτοια εποχή. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επισιτιστική κρίση. Οι αγανακτισμένοι αγρότες έχουν ηγηθεί διαδηλώσεων ζητώντας παραχωρήσεις.

Οι δημοσκοπήσεις της Gallup International έδειξαν ότι οι μεγαλύτερες ανησυχίες των πολιτών της ΕΕ αυτή τη στιγμή είναι η αύξηση των τιμών, ο φόβος για τη διεύρυνση του πολέμου στην Ουκρανία και οι πιθανές ελλείψεις στον ενεργειακό εφοδιασμό. Περισσότεροι από τους μισούς πολίτες της ΕΕ πιστεύουν ότι η Ευρώπη έχει ήδη παράσχει επαρκή στήριξη στην Ουκρανία.

Εδώ είναι που η ήττα στο Ντονμπάς μετατρέπεται σε ένα κορυφαίο γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το αφήγημα των ΗΠΑ για την Ουκρανία – επέκταση του ΝΑΤΟ, ευρωπαϊκή ασφάλεια και διάλογος με τη Ρωσία – και, φυσικά, την εμμονή σχετικά με την ηγεσία της Ρωσίας από τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Μια δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη από το Associated Press-NORC Center for Public Affairs Research δείχνει ότι η επιθυμία των Αμερικανών να εμπλακούν έχει κάπως μειωθεί. Μόνο το 32% λέει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να έχουν σημαντικό ρόλο στη σύγκρουση, από 40% τον περασμένο μήνα. Ένα επιπλέον 49% λέει ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να έχουν μικρότερο ρόλο.

Μιλώντας στο Δελχί, ο Τζόνσον σχεδόν απέρριψε το αφήγημα του Μπάιντεν. Αντ’ αυτού, ζήτησε να «καθοριστεί ένα όραμα για το μέλλον της Ουκρανίας στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης. Πού εντάσσεται η Ουκρανία τώρα;»

Ο Τζόνσον δήλωσε ότι η Ουκρανία πρέπει να είναι σε θέση να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα τελικά – «τι θέλουν τελικά οι Ουκρανοί». Είναι ενδιαφέρον ότι δεν χρησιμοποίησε τη λέξη «ουκρανική κυβέρνηση».

Ο Τζόνσον επεκτάθηκε σε «μια συλλογή εγγυήσεων ασφαλείας από ομοϊδεάτες χώρες – δεσμεύσεις ασφαλείας σχετικά με το τι μπορούμε να κάνουμε για να τις υποστηρίξουμε με όπλα, με εκπαίδευση και με ανταλλαγή πληροφοριών». Αλλά γρήγορα πρόσθεσε ότι αυτό δεν μπορεί να είναι «σαν μια εγγύηση του άρθρου 5 (του ΝΑΤΟ)». Αντ’ αυτού, είπε, η Ουκρανία θα πρέπει να έχει «αποτροπή μέσω άρνησης».

Σύμφωνα με το όραμα του Τζόνσον, η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ είναι αδιανόητη. Η Βρετανία αναμένει νέα δεδομένα στο έδαφος. Ο Τζόνσον φάνηκε να αναγνωρίζει τις αναδυόμενες πολιτικές πραγματικότητες, καθώς ο ρωσικός κολοσσός «αλέθει» αμείλικτα την πολεμική μηχανή του Κιέβου.


Μετάφραση από το πρωτότυπο: Καταχανάς (Γ. Μεταξάς)

Πηγή: Indian punch line