γράφει ο J. D. Heyes


Μια ομάδα καναδών γιατρών απέδειξε με επιμέλεια πώς η Pfizer διέπραξε μνημειώδη απάτη κατά τη διεξαγωγή ταχέων κλινικών δοκιμών του εμβολίου COVID-19, καθώς παρουσιάζει στοιχεία που καταρρίπτουν σχεδόν όλους τους ισχυρισμούς ότι το εμβόλιο είναι ασφαλέστερο και ότι η λήψη του μειώνει τη συχνότητα και τη σοβαρότητα του κοροναϊού.

Η οργάνωση με την ονομασία Canadian COVID Care Alliance, η οποία εκπροσωπεί περισσότερους από 500 ανεξάρτητους Καναδούς γιατρούς, επιστήμονες και επαγγελματίες υγείας, παρουσίασε ένα 40λεπτο βίντεο και μια συνοδευτική παρουσίαση διαφανειών που εξηγεί ακριβώς πώς η Pfizer παραποίησε τους αριθμούς και τις δοκιμές προκειμένου να εγκριθεί γρήγορα το εμβόλιό της στο πλαίσιο ενός προγράμματος που ξεκίνησε ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πολύ πιθανόν να μην είχε ιδέα τι είχε κάνει ο μεγάλος φαρμακευτικός κολοσσός όταν η κυβέρνησή του έδωσε το πράσινο φως για την επείγουσα έγκριση του εμβολίου mRNA της Pfizer.

Εν ολίγοις, σύμφωνα με το The COVID World, «η πλήρης 40λεπτη παρουσίαση βίντεο από την ομάδα περιλαμβάνει διαφάνειες PDF που δείχνουν στοιχεία ότι η Pfizer παραποίησε τα δεδομένα για να αποκρύψει το γεγονός ότι οι ενέσεις COVID της συνοδεύονταν από αυξημένο κίνδυνο ασθένειας και θανάτου σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου στη δοκιμή τους».

Η παρουσίαση «εξηγεί πώς η Pfizer απέτυχε να ακολουθήσει τα καθιερωμένα, υψηλής ποιότητας πρωτόκολλα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για την ανάπτυξη εμβολίων, καθώς όλα έγιναν σε λιγότερο από ένα χρόνο και παραλείφθηκαν οι δοκιμές σε ζώα», προσθέτει η ιστοσελίδα.

Η οργάνωση υπογραμμίζει επίσης πώς η Pfizer φέρεται να ελαχιστοποίησε τις παρενέργειες από το εμβόλιο στη Maddie de Garay, μια έφηβη που έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω μετά τη συμμετοχή της σε μια κλινική δοκιμή για παιδιά ηλικίας 12 έως 15 ετών τον Δεκέμβριο του 2020, σημειώνοντας ότι εξακολουθεί να χρειάζεται αναπηρικό καροτσάκι για να μετακινείται και ότι χρειάζεται σωλήνα σίτισης περισσότερο από ένα χρόνο μετά τη λήξη της δοκιμής.

Η παρουσίαση αρχίζει με την επισήμανση ότι τα καλύτερα εμπειρικά στοιχεία κατά τη διεξαγωγή δοκιμών εμβολίων και άλλων φαρμάκων είναι τα «στοιχεία επιπέδου 1», τα οποία αποτελούν το «χρυσό πρότυπο» και τον μόνο τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποδειχθεί πραγματικά κάτι ως αληθινό. Ως εκ τούτου, κατά τη χάραξη πολιτικής δημόσιας υγείας, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο στοιχεία επιπέδου 1.

Αλλά αυτό δεν ίσχυε τουλάχιστον όταν επρόκειτο για το εμβόλιο της Pfizer. Η εταιρεία ανέφερε στην αρχική έκθεση της δοκιμής της με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 2020, μετά από τυχαιοποιημένες δοκιμές μόλις δύο μηνών – ο κατάλληλος τρόπος για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των φαρμάκων – ότι το εμβόλιό της είχε ποσοστό αποτελεσματικότητας 95 τοις εκατό επτά ημέρες μετά τη δεύτερη δόση, αλλά η περαιτέρω εξέταση διαπίστωσε ότι πρόκειται για μεγάλη υπερβολή.

Στην πραγματικότητα, το ποσοστό 95 τοις εκατό αντικατοπτρίζει τη «σχετική μείωση του κινδύνου», αλλά η «απόλυτη μείωση του κινδύνου», η πιο σημαντική μέτρηση, έδειξε ότι το εμβόλιο είχε μόνο 0,84 τοις εκατό ποσοστό αποτελεσματικότητας.

Ακολουθεί ένα σύντομο βίντεο που εξηγεί τη διαφορά:

Βίντεο από rumble. Για να δείτε το βίντεο, πατήστε στην εικόνα.

Επιπλέον, ο καναδικός οργανισμός ανέλυσε επίσης τη σύντομη κλινική δοκιμή της Pfizer για να εξηγήσει πώς η φαρμακευτική εταιρεία παραποίησε τη διαδικασία προκειμένου να καταλήξει στο ανακριβές ποσοστό επιτυχίας.

Η ομάδα σημείωσε ότι η κλινική δοκιμή που ξεκίνησε στα τέλη Ιουλίου 2020 θα έπρεπε να περιλαμβάνει δύο ισομερώς χωρισμένες ομάδες εμβολιασμένων και μη εμβολιασμένων συμμετεχόντων σε μια τυφλή μελέτη – δηλαδή, κανείς σε καμία από τις δύο ομάδες δεν έπρεπε να γνωρίζει ποιος πήρε το εμβόλιο και ποιος πήρε εικονικό φάρμακο. Αντ’ αυτού, όμως, όπως δείχνει η παραπάνω διαφάνεια, στις αρχές του 2021 σημειώθηκε «διασταύρωση» και δόθηκε στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο «η ευκαιρία να πάρει τον εμβολιασμό», με την πλειοψηφία να έχει συμφωνήσει να το κάνει. Σε εκείνο το σημείο, σημειώνει η καναδική ομάδα, «δεν είναι πλέον μια τυχαιοποιημένη δοκιμή ελέγχου», καθώς η «ομάδα ελέγχου έχει φύγει».

Μέχρι το 2023, τα μακροπρόθεσμα δεδομένα ασφάλειας «που υποτίθεται ότι θα αξιολογούνταν σε αυτό το σημείο δεν είναι πλέον δυνατόν να εξακριβωθούν, καθώς η ομάδα του εικονικού φαρμάκου πέρασε δύο χρόνια νωρίτερα», οπότε τα όποια δεδομένα αποτελεσματικότητας ισχυρίζεται η Pfizer ότι έχει ανακαλύψει μέχρι τώρα είναι ουσιαστικά άχρηστα.

Στο σημείο αυτό, η πιο πρόσφατη έκθεση της εταιρείας υποστηρίζει ποσοστό αποτελεσματικότητας 91,3 για το εμβόλιό της. Αλλά και εκεί, η ομάδα διαπίστωσε ότι, σε σύγκριση με την αρχική ομάδα εικονικού φαρμάκου, υπήρξε επίσης «αύξηση των ασθενειών και των θανάτων» παρά το εμβόλιο, επομένως, «δεν υπάρχει κανένα όφελος από τη μείωση των κρουσμάτων, εάν αυτό γίνεται με κόστος την αύξηση των ασθενειών και των θανάτων».

Και προσέξτε, όλα τα ευρήματα της καναδικής ομάδας προέρχονται κατευθείαν από τις εκθέσεις της ίδιας της Pfizer. Δεν πρόκειται για τυχαία συμπεράσματα που βασίζονται σε προαισθήματα ή υποψίες.

Υπάρχουν κι άλλα.

Η ομάδα διαπίστωσε ότι η Pfizer δεν ακολούθησε τα καθιερωμένα ερευνητικά πρωτόκολλα κατά τη διεξαγωγή της κλινικής δοκιμής της. Συγκεκριμένα:

  • Δεν πραγματοποιήθηκαν δοκιμές σε ζώα.
  • Οι φάσεις ΙΙ και ΙΙΙ συνδυάστηκαν.
  • Η επείγουσα χρήση εγκρίθηκε μετά από δοκιμές φάσης ΙΙ/III διάρκειας μόνο δύο μηνών.
  • Οι δοκιμές δεν ήταν τυφλές.
  • Οι δοκιμές φάσης ΙΙΙ συνεχίζονται μέχρι το 2023.

Επίσης, η Pfizer χρησιμοποίησε παραπλανητικά δημογραφικά στοιχεία και λάθος πληθυσμό-στόχο.

«Όταν σχεδιάζεται μια δοκιμή για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια μιας πιθανής θεραπείας, η εστίαση θα πρέπει να είναι στον πληθυσμό-στόχο που θα μπορούσε να επωφεληθεί περισσότερο από αυτή τη θεραπεία«, σημείωσε η ομάδα. «Αντ’ αυτού, η Pfizer επέλεξε συμμετέχοντες από νεαρότερες δημογραφικές ομάδες που θα ήταν α) λιγότερο πιθανό να χρειαστούν ένα εμβόλιο, β) λιγότερο πιθανό να υποστούν ανεπιθύμητο συμβάν κατά τη διάρκεια μιας δοκιμής, γ) περισσότερο πιθανό να ανταποκριθούν καλά σε ένα εμβόλιο, καθώς οι ηλικιωμένοι έχουν συγκριτικά φτωχές ανοσολογικές αντιδράσεις».

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, οι ερευνητές και οι εμπειρογνώμονες γνώριζαν ότι ο ιός προσβάλλει τους νεότερους, υγιέστερους ανθρώπους πολύ λιγότερο σοβαρά από τους ηλικιωμένους και τα άτομα με προϋπάρχουσες παθήσεις.

Όμως, ενώ περίπου το 95 τοις εκατό των ατόμων που πέθαναν από το COVID-19 είχαν τουλάχιστον μία συννοσηρότητα που αναφερόταν ως αιτία θανάτου – και ο μέσος όρος είναι τέσσερις συννοσηρότητες – μόλις ένας στους πέντε συμμετέχοντες σε κλινική δοκιμή, ή περίπου το 21 τοις εκατό, είχε συνυπάρχουσα πάθηση, σύμφωνα με την ομάδα.

Επιπλέον, η ομάδα διαπίστωσε ότι η Pfizer:

  • Χρησιμοποίησε ανεπαρκείς ομάδες ελέγχου
  • Απέτυχε να παρακολουθήσει βιοδείκτες
  • Χρησιμοποίησε λανθασμένα κλινικά καταληκτικά σημεία- δεν επικεντρώθηκε στο ερώτημα «Οι άνθρωποι που κάνουν τα εμβόλια έχουν λιγότερες ασθένειες και λιγότερους θανάτους από εκείνους που δεν κάνουν τα εμβόλια;»
  • Δεν έγινε έλεγχος της μείωσης της εξάπλωσης, οπότε δεν υπάρχει πραγματική αιτιολόγηση για την εφαρμογή «διαβατηρίων εμβολίων».
  • «Οι δοκιμές της Pfizer ΔΕΝ εξέτασαν όλους τους συμμετέχοντες για το COVID-19», πράγμα που σημαίνει ότι «η ασυμπτωματική μόλυνση θα μπορούσε να διαφύγει εντελώς».
  • Η δοκιμή σε εφήβους ήταν εξαιρετικά μικρή και επομένως σχεδόν άχρηστη: «Η Pfizer ισχυρίστηκε ότι αυτά ήταν σπουδαία αποτελέσματα, αλλά δεδομένου ότι οι έφηβοι έχουν στατιστικά 0% κίνδυνο θανάτου από το COVID-19 και πολύ χαμηλό κίνδυνο σοβαρής ασθένειας, ο εμβολιασμός δεν τους ωφελεί ιδιαίτερα. Αντίθετα, παρουσιάζει έναν πολύ πραγματικό κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών».
  • Τα εμβόλια φαίνεται να αυξάνουν σημαντικά τις περιπτώσεις ή τον κίνδυνο μυοκαρδίτιδας.

Εδώ είναι το πλήρες βίντεο:


Μετάφραση από το πρωτότυπο: Καταχανάς (Γ. Μεταξάς)

Πηγή: Natural News