Ητανε κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 θαρρώ, όταν άρχισα να καταλαβαίνω τις διάφορες εθνικές επετείους. 25η Μαρτίου, 28η Οκτωβρίου… Κάπου εκεί, 8 – 9 χρόνων παιδί, αμούστακο κουτάβι, που άκουγα τα τύμπανα από το διπλανό γυμνάσιο – λύκειο να δίνουν έναν ρυθμό που μου έμεινε βαθειά χαραγμένος στη μνήμη.

Θυμάμαι σαν τώρα να ‘τανε τη δασκάλα μου στο Δημοτικό, την κυρία Βάσω, καλή της ώρα όπου είναι, να ξεδιαλέγει τα παιδιά που θα έκαναν τα δοκιμαστικά για να παρελάσουν. Τι τρομάρα είχα… Ντρεπόμουν να εμφανιστώ μπροστά σε τόσο κόσμο. Ευτυχώς, τότε, δε με διάλεξαν.

Την άλλη μέρα, 25η Μαρτίου, με πήγαν οι γονείς μου να δούμε την παρέλαση στο Σύνταγμα. Κόσμος πολύς, φασαρία, σημαίες παντού. Και ξεκίνησε η παρέλαση! Τι θαύμα ήταν αυτό που αντίκριζαν τα παιδικά μου μάτια; Είδα το Στρατό μας να περνάει από μπροστά μου υπερήφανος, σε άψογο σχηματισμό. Τα χειροκροτήματα σχεδόν κάλυπταν την μπάντα. Οι σημαίες πήγαιναν πέρα – δώθε φρενιασμένα. «Μπράβο! Αξιοι!» ακούγονταν από παντού. Χωρίς να το καταλάβω, άρχισα κι εγώ να φωνάζω μαζί τους. Το πλαστικό σημαιάκι μου σκίστηκε από τη μανία με την οποία το κουνούσα. Ενοιωσα να δονούμαι ολόκληρος…

Πέρασαν οι μήνες κι ήρθε η 28η Οκτωβρίου. Πάλι διάλεγαν παιδιά στο σχολείο για να κάνουν παρέλαση. Ξέχασα τις ντροπές, ξέχασα τους φόβους… Ηθελα να παρελάσω. Να βγάλω τη δική μου υπερηφάνεια στον κόσμο. Να δείξω ότι μπορούσα κι εγώ!

Αλλά… ένα παιδάκι με παραπανίσια κιλά και κάτι κοκκάλινα γυαλιά της κακιάς ώρας, δεν ήταν και το καλύτερο αντιπροσωπευτικό δείγμα για ένα σχολείο… Απογοήτευση, στεναχώρια, θλίψη, θυμός… Ολα μαζί!

«Δεν πειράζει», σκέφτηκα. «Θα πω στους γονείς μου να πάμε να δούμε το στρατό». Δεύτερη απογοήτευση στη σειρά… Ο Στρατός έκανε παρέλαση στη Θεσσαλονίκη…

Τελικά, συμβιβάστηκα με το θέαμα στην τηλεόραση. Οχι ότι ήταν τόσο συναρπαστικό όσο το να βρίσκεσαι εκεί, αλλά όσο να πεις, ήταν μια παρηγοριά. Αυτήν τη φορά, το πλαστικό μου σημαιάκι έμεινε ακούνητο. Η παρέλαση τελείωσε και κατέβηκα στη γειτονιά να παίξω με τα υπόλοιπα χαμίνια.

Και, ω τι έκπληξη! Αυτήν τη φορά δεν έπαιζαν μπάλα. Ούτε τυφλόμυγα, ούτε κουτσό, ούτε κανένα άλλο παιδικό παιχνίδι. Επαιζαν πόλεμο! Ελληνες και Γερμανοί! Αμέσως μπήκα στην ομάδα των «Ελλήνων»! Πήρα κι ένα ξύλο από μια παρακείμενη οικοδομή και το έκανα πολυβόλο. «Πίσω και σας έφαγα γερμαναράδες!!!» φώναζα!

Το τέλος, προδιαγεγραμμένο: νίκησαν οι Ελληνες! Αλλο ένα λιλιπούτειο έπος είχε γραφτεί στην ιστορία! Οι μικροί ήρωες, μετά από τόννους «σφαιρών», νίκησαν τους πεισματάρης «Γερμανούς» κι ελευθέρωσαν την «Πατρίδα» της γειτονιάς από τον κατακτητή…

Κι εγώ, υπερήφανος που έμοιαζα πλέον στους ήρωες του Επους του 1940, έχωσα τα μούτρα μου στην εγκυκλοπαίδεια, να μάθω περισσότερα για τους ήρωες εκείνης της εποχής. Ρουφούσα κάθε λέξη σα σφουγγάρι. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα για το «ΟΧΙ» του Κυβερνήτη Ιωάννη Μεταξά, για την Πίνδο, βία την Αρτα, για το Ρούπελ, για τους αντάρτες… Τέτοιο διάβασμα, δεν έκανα ποτέ στα μαθήματά μου.

Σιγά σιγά, άρχισε να μπαίνει μέσα μου εκείνο το γλυκό «μικρόβιο» που σήμερα έχει γίνει ένας γίγαντας: το «μικρόβιο» της αγάπης για την Πατρίδα μας! Το «μικρόβιο» του θαυμασμού των ηρώων μας. Εκείνους τους ήρωες που μπροστά τους ο Superman, ο Spiderman και οι υπόλοιποι «σούπερ ήρωες» της Marvel φάνταζαν γατάκια στο πέλαγος…

Ωσπου μετά από χρόνια, ήρθε η σειρά μου να παρελάσω. Μόνο που αυτήν τη φορά, φορούσα την παραλλαγή! Ημουν πλέον ένα στέλεχος του Ελληνικού Στρατού, υπαξιωματικός γαρ… Κι αυτήν τη φορά, το χειροκρότημα του κόσμου, τα «Μπράβο! Αξιοι!» ήταν για μένα και τους συναδέλφους μου. Κι εκείνη η γλυκειά ανατριχίλα που ένοιωσα στα 8 – 9 μου χρόνια, επανήλθε! Λογικά, το πρόσωπό μου θα πρέπει να συναγωνιζόταν επάξια σε χρώμα τα παντζάρια… Τόση υπερηφάνεια…

Και τώρα, στο απόγιομα της ζωής μου, κοιτάζω πίσω. Τότε που ήμουν ένα αμούστακο χαμίνι που έτρεχε με τα κοντοβράκια στη γειτονιά, ξεσηκώνοντας τον κόσμο από τις φωνές του. Κοιτάζω πίσω να δω τι μου έμεινε από αυτήν την ηλικία. Κι εκείνο που μου έμεινε είναι τα ποιήματα του σχολείου για την εθνική μας επέτειο… Είναι η μαθητική παρέλαση που τόσο ήθελα να συμμετέχω, αλλά δεν τα κατάφερα ποτέ. Είναι τα τύμπανα των μεγαλύτερων παιδιών του διπλανού γυμνασίου – λυκείου που ακόμα αντηχούν στ’ αυτιά μου. Είναι η φωνή της Σοφίας Βέμπο να τραγουδά:

…..

Μα για ‘κείνους που ‘χουν φύγει

και η δόξα τους τυλίγει,

ας χαιρόμαστε.

Και ποτέ καμιά ας μην κλάψει,

κάθε πόνο της ας κάψει

κι ας ευχόμαστε:

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά

που σκληρά πολεμάτε, πάνω στα βουνά.

Παιδιά, στη γλυκειά Παναγιά

προσευχόμαστε όλες να ‘ρθετε ξανά.

…..

Και τώρα, στ’ απόγιομα της ζωής μου, σε τούτο ‘δω το ξύλινο τραπέζι που μουσκεύω από τα δάκρυα που φέρνουν οι θύμησες κι ο Νόστος του παρελθόντος, σκέφτομαι ‘κείνους τους ξιπασμένους χαρτογιακάδες πολιτικάντηδες του ιχθυοτροφείου και τους άλλους, τους φαντασμένους θολοκουλτουριάρηδες πολυπολιτισμικούς νερουλάδες πάσης αποχρώσεως και ξενέρωτης μαστούρας, που λυσσάνε να σταματήσουν τις μαθητικές παρελάσεις…

Ολους εκείνους που δε χρειάζονται μπάφους και ντρόγκες για να μαστουρώσουν. Εκείνους που είναι ήδη μαστουρωμένοι από την πρέζα της μπουρδολογίας της Νέας Τάξης, που δε θέλει έθνη και σύνορα. Εκείνη την μπουρδολογία που δε θέλει εθνική υπερηφάνεια. Και που βασικά, δε θέλει γενικώς υπερηφάνεια. Δε θέλει ανθρώπους που να είναι υπερήφανοι που είναι Ελεύθεροι. Θέλει σκλάβους υπάκουους που να είναι υπερήφανοι που είναι σκλάβοι.

Εκείνους που χαρακτηρίζουν ως «φασιστικό κατάλοιπο» τις παρελάσεις, και προσπαθούν να επιβάλλουν την ιδεοληψία τους με κάθε φασιστικό τρόπο.

Μα την πίστη μου… Δεν υπάρχει πιο όμορφο συναίσθημα για ένα παιδί από το να νοιώθει υπερήφανο που οι πρόγονοί του έδωσαν το αίμα και τη ζωή τους για να είναι εκείνο Ελεύθερο! Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο για ένα παιδί, από το να συμμετέχει στη γιορτή της Λευτεριάς!

Πόση ξιπασιά κρύβει μέσα της αυτή η ιδεοληψία; Ναι! Ξιπασιά! Γιατί όλοι τούτοι οι χαρτογιακάδες κι όλοι εκείνοι οι προοδευτικάριοι φιλελέδες, δε σκέφτονται καν ότι χάρη σ’ εκείνους τους ήρωες μπορούν τώρα ν’ αραδιάζουν τις ηλίθιες μπαρουφολογίες τους προσπαθώντας να περάσουν για νέοι «διαφωτιστές» της κοινωνίας. Δε σκέφτονται καν, ότι αν τόσοι άνθρωποι δεν είχαν δώσει το αίμα τους και τη ζωή τους, τώρα θα ήταν δεμένοι με αλυσίδα, σκλάβοι του όποιου κατακτητή και γιουσουφάκια των αρρώστων διαθέσεών τους. Δεν εκτιμάνε αυτό που έχουν και που άλλοι πολύ πριν από αυτούς μάτωσαν και σκοτώθηκαν για να το έχουν. Δε συνειδητοποιούν το καρκίνωμα των απαιτήσεων της Νέας Τάξης.

Οι παρελάσεις, είναι φόρος τιμής για τους πεσόντες ήρωες της Πατρίδος. Είναι φόρος τιμής ως ελάχιστη ανταπόδωση του φόρου αίματος των προγόνων μας. Είναι ο πολιτισμός της αναγνώρισης της θυσίας τους. Είναι ο πολιτισμός της ευχαριστίας μας προς αυτούς. Είναι ο πολιτισμός της αξιοπρέπειας και του φιλότιμου.

Συγγνώμη αν χρησιμοποιώ άγνωστες λέξεις για ορισμένους όπως το «φιλότιμο» και η «αξιοπρέπεια«, αλλά αυτές διδάχτηκα και με αυτές πορεύομαι.

ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ!

ΖΗΤΩ Η 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ!

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ!